Διεθνής ορολογία


ωωω

Browse the glossary using this index

Special | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | ALL

E

Earned premium

by Vasilis Palilis - Friday, 12 December 2014, 10:13 PM
 

Είναι το δεδουλευμένο ασφάλιστρο, δηλαδή το μέρος του ασφαλίστρου που εισπράχθηκε, και το οποίο αντιστοιχεί στην περίοδο ασφάλισης που έχει συμπληρωθεί.

 

Endorsement

by Vasilis Palilis - Friday, 12 December 2014, 9:55 PM
 
  • Οποιοδήποτε λεκτικό που αναγράφεται σε ένα συμβόλαιο, πρόσθετα με το συνηθισμένο λεκτικό, που συμπληρώνει ή τροποποιεί τους όρους του.
  • Λεκτικό, το οποίο μπορεί να προστεθεί κατά την ετοιμασία του συμβολαίου ή σε κατοπινό στάδιο.
  • Η υπογραφή στο πίσω μέρος μιας επιταγής.
 

English law and practice clause

by Vasilis Palilis - Friday, 12 December 2014, 9:56 PM
 

Οι ρήτρες που χρησιμοποιούνται στις θαλασσασφαλίσεις και διέπονται από τους σχετικούς αγγλικούς νόμους.

 

Excess of loss

by Vasilis Palilis - Saturday, 13 December 2014, 7:24 PM
 

Μη αναλογική αντασφάλιση υπερβάλλοντος ποσού ζημίας. Ο αντασφαλιστής αποζημιώνει όταν η ζημία υπερβαίνει την ιδία κράτηση του πρωτασφαλιστή.

 

Exchange rate risk

by Vasilis Palilis - Saturday, 13 December 2014, 1:19 PM
 

 Συναλλαγματικός κίνδυνος