ΠΔ 190/2006: ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης

Άρθρο 2 Ορισμοί

Ορισμοί

(άρθρο 2 της Οδηγίας)

 

Για τους σκοπούς του διατάγματος αυτού:

1. ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση που έχει λάβει διοικητική άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 3,14,15,20 και την παρ.4 του άρθρου 35 του ν.δ. 400/1970 (Φ.Ε.Κ. Α/10) όπως ισχύει ή λειτουργεί ως υποκατάστημα σύμφωνα με την παρ. Α του άρθρου 42α του ν.δ. 400/1970 ή δραστηριοποιείται με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, σύμφωνα με την παρ.Α του άρθρου 42β του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύει.

 

2.    ως   «αντασφαλιστική   επιχείρηση»   νοείται   η επιχείρηση, πλην των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων τους οποίους έχει ασφαλίσει ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση.

 

3.  ως «ασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοείται κάθε δραστηριότητα είτε παρουσίασης, πρότασης, παροχής προπαρασκευαστικών   εργασιών   για   τη   σύναψη συμβάσεων ασφάλισης ή σύναψης αυτών ή παροχής συνδρομής κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.

Οι δραστηριότητες αυτές δεν θεωρούνται ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση, όταν ασκούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από υπάλληλο ασφαλιστικής επιχείρησης, ο οποίος συνδέεται με σχέση εργασίας με αυτήν και ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη της επιχείρησης αυτής.

Δεν θεωρούνται ως ασφαλιστική διαμεσολάβηση οι δραστηριότητες που συνίστανται στην περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της άσκησης άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι σκοπός αυτής της δραστηριότητας δεν είναι η συνδρομή του πελάτη στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς και η κατ' επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών ασφαλιστικής επιχείρησης ή οι δραστηριότητες εκτίμησης και διακανονισμού ζημιών.

 

4. ως «αντασφαλιστική διαμεσολάβηση» νοείται κάθε δραστηριότητα  παρουσίασης,  πρότασης,  παροχής προπαρασκευαστικών   εργασιών   για   τη   σύναψη συμβάσεων αντασφάλισης ή σύναψης αυτών ή κάθε δραστηριότητα παροχής συνδρομής κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.

Οι δραστηριότητες αυτές δεν θεωρούνται ως αντασφαλιστική διαμεσολάβηση, όταν ασκούνται από αντασφαλιστική επιχείρηση ή από υπάλληλο αντασφαλιστικής επιχείρησης, ο οποίος συνδέεται με σχέση εργασίας με αυτήν και ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη της επιχείρησης αυτής.

Δεν θεωρούνται ως αντασφαλιστική διαμεσολάβηση οι δραστηριότητες που συνίστανται στην περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της άσκησης άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι σκοπός της δραστηριότητας αυτής δεν είναι η συνδρομή του πελάτη στη σύναψη ή την εκτέλεση αντασφαλιστικής σύμβασης, η κατ' επάγγελμα διαχείριση περιπτώσεων ζημιών έναντι αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και οι δραστηριότητες εκτίμησης και διακανονισμού ζημιών.

 

5.    ως   «ασφαλιστικός   διαμεσολαβητής»   νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει ή ασκεί με αμοιβή  δραστηριότητες  ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

 

6.  ως «αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει ή ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

 

7. ως «συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα   ασφαλιστικής   διαμεσολάβησης   εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά  μεταξύ  τους,  αλλά  το  οποίο  δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορά κάθε μία από αυτές.

Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη.

 

8.  ως «μεγάλοι κίνδυνοι» νοούνται οι κίνδυνοι που ορίζονται στην παρ.3 του άρθρου 13 του ν.δ. 400/1970, όπως ισχύει.

 

9. ως «κράτος μέλος καταγωγής» νοείται:

α) εάν ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει και στο οποίο ασκεί τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

β) εάν ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση.

 

10.  ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο ο ασφαλιστικός ή ο αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής   έχει   υποκατάστημα   ή   παρέχει υπηρεσίες.

 

11. ως «αρμόδια αρχή» νοείται η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3229/2004 (Φ.Ε.Κ. Α/38).

 

12.  ως «σταθερό εναπόθεμα» νοείται κάθε μέσο που παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να αναφέρεται ευχερώς σε αυτές για εύλογο εν όψει των σκοπών των πληροφοριών, χρονικό διάστημα και που επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.

Ειδικότερα, στο «σταθερό εναπόθεμα» συμπεριλαμβάνονται δισκέτες, CD-ROM, DVD και ο σκληρός δίσκος των ηλεκτρονικών υπολογιστών των πελατών, όπου αποθηκεύεται το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ενώ δεν περιλαμβάνονται οι ιστοσελίδες του διαδικτύου, εκτός αν οι ιστοσελίδες αυτές πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο.